Ετικέτες

Τρίτη, 11 Φεβρουαρίου 2014

Του σκοινιού τα μανταλάκια ...!

Τι μπορεί άραγε να σηκώσει ένα μανταλάκι, ένα τόσο μικρό ξύλινο αντικείμενο που ίσως και να μην θεωρούμε πολύ σημαντικό; Κι όμως καμμιά φορά αν κάτι σας "βαραίνει" και δεν σας αφήνει τη νύχτα να κοιμηθείτε, βάλτε το στην απλώστρα με ένα ή και δυο άντε και τρία  μανταλάκια και τότε μπορεί ένα σύννεφο, γκρίζο και τεράστιο το πάρει και το πάει μακρυά...

΄Ενα βιβλίο ήταν η αφορμή  :
" Του σκοινιού τα μανταλάκια", του Αντώνη Παπαθεοδούλου για να ξεκινήσει μια ιστορία, που όπως όλες οι ιστορίες ...δεν ξέραμε που μπορεί να μας βγάλει...

" Αν βγείτε στην αυλή, στο μπαλκόνι, στην ταράτσα και δείτε του σκοινιού τα μανταλάκια να μαλώνουν για μια κάλτσα, για ένα κασκόλ, ένα μαγιό ή ένα μαντίλι,μην βγάλετε συμπέρασμα πως δεν είναι καλοί κι αγαπημένοι φίλοι! Γιατί οι καλοί φίλοι φάινονται στα δύσκολα." 
Γράφει ο Αντώνης κι εμείς αφού το διαβάσαμε μας γεννήθηκαν πολλές σκέψεις και απλώσαμε την δική μας " μπουγάδα " στην απλώστρα του σχολείου μας. 

Πρώτα απ όλα απλώσαμε το αγαπημένο μας ρούχο που δεν το αποχωριζόμαστε ποτέ μόνο το εμπιστευόμαστε στα μικρά ξύλινα μανταλάκια...και δείτε το αποτέλεσμα.
Βέβαια αν ρωτήσεις τη μαμά θα σου πει πως στις απλώστρες  απλώνουμε μόνο τα ρούχα να στεγνώσουν , εμείς βέβαια έχουμε άλλη άποψη : 

Εμείς κρεμάμε τις ζωγραφιές μας, τις εργασίες μας, τα χαλιά, τα χαρτόνια, τα φιλιά, τις αγκαλιές να τις δουν όλοι, τους τσακωμούς, τα σπρωξήματα και ...τα πάντα !

Στη συνέχεια αναρωτηθήκαμε τι είναι φιλία... και τι κάνουμε εμείς με τους φίλους μας...
  • είμαστε κολλητοί
  • πάμε μαζί χαρούμενοι στο σχολείο
  • αγαπάμε ο ένας τον άλλο
  • φυτεύουμε λουλούδια
  • κανουμε ποδήλατο
  • λέμε μυστικά
  • ζωγραφίζουμε
  • παίζουμε
  • αν και είμαστε μαζί ο καθένας κάνει ότι θέλει
  • είμαστε θαρραλέοι
  • είμαστε δυνατοί
  • είμαστε ενωμένοι
  • είμαστε μαζί
Και όταν έρχονται τα γκρίζα σύννεφα και μέσα στην καρδιά μας υπάρχει κάτι πολύ βαρύ εμείς πάλι στα μανταλάκια το λέμε...

Γιατί ένα μανταλάκι μπορεί να σηκώσει κάτι που για μας είναι  ασήκωτο : 


  • ένα φάντασμα (Μ)
  • τα πολύ κακά πράγματα να βγουν εξω να φύγουν ( Μα)
  • τα κακά όνειρα (Α)
  • το σκοτάδι ( Ζ)
  • έναν κλέφτη ( Ι)
  • έναν λύκο από τα όνειρά μου (Β)
  • όλους τους εφιάλτες του κόσμου ( Γ)
  • ένα σύννεφο που είνια μαύρο και μπαίνει μπροστά στα μάτια μου καμμιά φορά (Ν)
  • όλα τα ξινά (Μι)
  • τις μάγισσες που δεν είναι καλές ( Α)
  • τον φόβο μου (Ν)
  • τα μαλώματα στις κούνιες (Ζ)
  • την κακία ( Υ) 
  • τα σπρωξήματα (Μαλ) 
  • τον θυμό (Δ) 
  • έναν πίνακα
  • όλα τα δάκρυα των παιδιών
  • ένα μεγάλο φεγγάρι (Μα)
  • έναν γίγαντα
  • έναν δεινόσαυρο
  • ένα σπίτι
  • τη γη ολόκληρη
  • τον ποκοκέφαλο
  • τον πονόκοιλο
  • την στεναχωρια μου όταν δεν μπορέι να βγει έξω
  • οταν μου βάφουν την δική μου ζωγραφιά
  • οταν στεναχωριέμαι που οι φίλες μου δεν με παίζουν
  • όταν μου ταβάνε τα μαλλιά μου
  • όταν θέλω να πάιξω και δεν μ αφήνουν
  • όταν βλέπω εφιάλτες και κουκουλώνομαι
κι όλα αυτά τα μανταλάκια ξέρουν θα τα κρατήσουν στην απλώστρα μέχρι να περάσει ένα τεράστιο σύννεφο που πηγαίνει σε άλλο πλανήτη και θα τα πάρει μαζί του μακρυά ...


Και τους φιλους μας τους " ντύσαμε " τους δώσαμε ονόματα και αφού χωριστήκαμε σε ομάδες ανεβάσαμε 4 έργα με δική μας ιστορία στο κουκλοθέατρο κι ήρθαν όλα τα παιδιά και μας είδαν !




Ένα μανταλάκι μοιάζει με : παιδάκι,με τηλεσκόπιο, με σκεπή, με ψαράκι,με πένσα με σπιτάκι

Κι αν είχε φωνή θα φώναζε πολύ δυνατά ...στα άλλα μανταλάκια
  • Πάμε να φάμε παγωτό
  • πάμε μια βόλτα;
  • θέλετε να γίνουμε φίλοι
  • θέλετε βοήθεια με τα βαριά ρούχα;
  • θέλετε να πηγαίνουμε μαζί στη θάλασσα
  • θέλετε να γραψουμε μαζί ένα παραμύθι ;...

Γιατί του σκοινιού τα μανταλάκια είναι τελικά οι καλύτεροί μας φίλοι όχι μόνο στα δύσκολα αλλά παντού κι όπως λέει και ο συγγραφέας ... Γιατί οι καλοί φίλοι στα δύσκολα φαίνονται. Όχι στα μαλώματα, αλλά στις κουβέρτες, στα χαλιά ...και στα παπλώματα !

 






Τρίτη, 4 Φεβρουαρίου 2014

Ο χιονάνθρωπος που δεν ήθελε να λειώσει!





10ο Νηπιαγωγείο Ηρακλείου                                    Ηράκλειο, 31 Ιανουαρίου 2014

 Τα λόγια της Παρασκευής !



Ο χιονάνθρωπος που δεν ήθελε να λειώσει, Μάνος Κοντολέων, εκδ. Πατάκης


Μια φορά κι έναν καιρό, στην κορυφή ενός ψηλού, χιονισμένου βουνού, ζούσε ένας χιονάνθρωπος.Για μάτια είχε δυο κουκουνάρια, για μύτη ένα βελανίδι, τα χέρια του ήταν δυο ξερά κλαριά από πεύκο, το στόμα του —μια φού­ντα θυμαριού — το είχε χάσει. Ήταν χειμώνας, έκανε κρύο πάνω στο βουνό, κι ένας τέτοιος καιρός άρεσε πολύ στον χιονάνθρωπο.
Μα κάποιος αγριοκούνελος τον πληροφόρησε πως σε λίγο θα τελείωνε ο χειμώνας, θα ερχότανε η άνοιξη με τον ήλιο της και το χιόνι θα έλιωνε.
«Πού να πάω για να σωθώ;» ρώτησε ο χιονάνθρωπος τον αετό.

Αυτός άπλωσε τη φτερούγα του και του έδειξε κατά το βοριά. Βρήκε ο χιονάνθρωπος ένα ζευγάρι παλιά, ξεχασμένα πέδιλα του σκι, τα φόρεσε και κίνησε προς τα εκεί που του έδειξε ο αετός. Έφτασε σε μια πολιτεία, τον είδανε τα παιδιά που παίζανε στην πλατεία, τον πήρανε μαζί τους. «Δες τα μάτια του!» φώναξε η Κατερίνα.
«Τι αστεία χέρια που έχει!» γέλασε ο Στέφανος
Κι ο Κωστής του κόλλησε ένα καπάκι από Κόκα Κόλα για στόμα.
Ο χιονάνθρωπος διασκέδαζε με τα καμώματα των παιδιών, μα δεν ξεχνούσε πως έπρεπε να συνεχίσει το ταξίδι του. Σα νύχτωσε, λοιπόν, κι άδειασε η πλατεία, πήρε πάλι τους δρόμους.
«Από εδώ πάνε για το βοριά;» ρώτησε ένα λεωφορείο.
«Πήγαινε στο λιμάνι και τα καράβια θα σου πούνε!» του απάντησε το λεωφορείο. Ο χιονάνθρωπος έψαξε για το λιμάνι, το βρήκε, είδε τα αραγμένα καράβια, τα ρώτησε αν ξέρουν πώς πάνε στα βορινά. «Θα σε πηγαίναμε εμείς, μα έχει τρικυμία αυτές τις μέρες και δε σαλπάρουμε» τον απογοήτεψαν τα καράβια.
«Και τώρα τι θα κάνω;» δάκρυσε ο χιονάνθρωπος κι έκανε μια γκριμάτσα και ξεκόλλησε το καπάκι της Κόκα Κόλα κι έμεινε ξανά χωρίς στόμα. Τον είδε έτσι λυπημένο μια βαρκούλα –ΠΑΝΑΓΙΤΣΑ- τη λέγανε.
 «Άντε να σε πάω εγώ!» του είπε κι ο χιονάνθρωπος καταχάρηκε. Βολεύτηκε κάπου στην πλώρη κι ανοίχτηκαν στο πέλαγο. Η φουρτούνα ήταν δυνατή. Να κάτι θεόρατα κύματα χτυπάγανε τη βάρκα κι έτριζαν τα γέρικα ξύλα, «κριτς!» ράγισε το σκαρί. Μπήκαν νερά. Πάει, βούλιαξε η ΠΑΝΑΓΙΤΣΑ, βρέθηκε στο βυθό ο χιονάνθρωπος. Τον είδανε τα ψάρια, τα μικρά τρομάξανε, τα πιο μεγάλα ξαφνιαστήκανε. Ήταν κι ένας καρχαρίας που όρμησε και «χαπ!» κόβει ένα κομμάτι από την κοιλιά του χιονάνθρωπου. Μα ήταν παγωμένη η μπουκιά και του πονέσανε οι αμυγδαλές και το ‘βαλε στα πόδια ο καρχαρίας.
Ο χιονάνθρωπος κοιτούσε γύρω με τα δυο κουκουναρομάτια του, κοιτούσε και χάζευε τα ψάρια, τα φύκια, τα όστρακα και τα κοχύλια. Μετά, άρχισε να λιώνει. «Βοήθεια!» φώναξε, αλλά δεν υπήρχε κανείς στον βυθό που θα μπορούσε να τον σώσει. Έλιωσε, λοιπόν, κι έγινε νερό. Ένα αυλάκι παγωμένο, που κάποτε ήταν χιονάνθρωπος.
Πέρασαν πολλές μέρες, πέρασαν μήνες και το νερό αυτό που κάποτε ήταν χιονάνθρωπος, βρέθηκε σε άλλη παραλία. Το έριξαν τα κύματα στα βράχια, κύλησε σε μια λακκούβα κι έμεινε εκεί. Βγήκε ο ήλιος και το ζέστανε, το έκανε μικρές σταγόνες, π’ ανασηκώθηκαν ψηλά, μέχρι τον ουρανό φτάσανε, ενώθηκαν όλες μαζί, φτιάξανε ένα σύννεφο. Ο άνεμος έσυρε μαζί του το σύννεφο, το έφερε πάνω από το βουνό το χιονισμένο, απ’ όπου ο χιονάνθρωπος είχε ξεκινήσει κι εκεί το σύννεφο έπεσε σα χιόνι πάνω στην κορυφή.
Κάτι περαστικοί ορειβάτες άρχισαν τον χιονοπόλεμο και μετά φτιάξανε ένα χιονάνθρωπο. Του βάλανε δυο κουκουνάρια για μάτια, ένα βελανίδι για μύτη, δυο ξερά κλαριά από πεύκο για χέρια. Μετά φύγανε και ξεχάσανε το στόμα.
Μα αυτό δεν στενοχώρησε τον χιονάνθρωπο. . Ήταν τόσο χαρούμενος, που ξαναγύρισε στον τόπο του, τόσο ευτυχισμένος, που δεν χάθηκε ούτε στην πλατεία, ούτε στη μανιασμένη θάλασσα, ούτε και στο βυθό με τα κοχύλια του, τα ψάρια του κι εκείνον τον απαίσιο, τον κακό καρχαρία του…
Κι όλα άρχισαν ξανά απ΄ την αρχή …σαν κύκλος… σαν την ίδια τη ζωή !

                                                                       Καλό Σαββατοκύριακο !